Ποιος ήταν ο Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσάριος

Αφιέρωμα στον εθνικό ήρωα Ταγματάρχη Ιωάννης Βελισσάριο, που έλαβε μέρος και στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμος κατά της Βουλγαρίας

Αλλά ας δούμε σύντομα ποια ήταν η πολεμική πορεία και το ένδοξο τέλος του Βελισσαρίου, το οποίο πολύ σύντομα (μετά από 5 μήνες) καλύφθηκε με ένδοξες δάφνες εθνικού μεγαλείου. Δεν επιτρέπουν ανάπαυση οι στιγμές τις οποίες περνάει η πατρίδα.

Οι Βούλγαροι άρχισαν τις εχθροπραξίες στη Θεσσαλονίκη. Ενώ νέες πολύνεκρες μάχες γίνονται βόρεια της πόλης, όπου και ο στρατός της Ηπείρου βρίσκεται εκεί. Το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων προχωρεί προς τη μάχη. Εκεί στο Ασβεστοχώριο βρίσκεται και η γυναίκα του Βελισσαρίου Χαρίκλεια, για να τον αποχαιρετήσει. Όπως αναφέρει στην ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913 ο στρατηγός Πάγκαλος:

«Όταν άρχισαν αι εχθροπραξίαι με τους Βουλγάρους ευρισκόμεθα εις το Ασβεστοχώριον με το επιτελείον της VI μεραρχίας εις ο υπηρετούν. Εκεί πλησίον μου ευρίσκετο και η σύζυγος του Βελισσαρίου. Εκείθεν θα διήρχετο το 9ον τάγμα ευζώνων. Έφιππος ο Διοικητής επί του μεγαλόπρεπους κέλητος επικεφαλής του τάγματος πορεύεται προς Γιουβένσαν. Πλησιάζει η σύζυγος δια να τον χαιρετίσει και ο Εθνικός εκείνος ήρως, σταματήσας προς στιγμήν της είπεν εκτός εαυτού εξ οργής και δεικνύων δια της χειρός του την πυρκαϊάν της καιομένης Μπέροβας!
«Δεν έχομε καιρό για ασπασμούς, έχουμε να εκδικηθούμε τα αδέλφια μας, που σφάζει ο Βούλγαρος. Καλήν αντάμωσιν».
Και στρεφόμενος προς τον επιτ/ρχην ο ήρως προσέθεσε: «Σε παρακαλώ, φρόντισε άμα καθαρισθεί η Θεσσαλονίκη να διευκολύνης την αναχώρησίν της δια Αθήνας. Αλλ’ επέπρωτο η ατυχής να μην τον επανίδη».

Στις 19 Ιουνίου 1913 έχει ήδη αρχίσει η μάχη Κιλκίς-Λαχανά. Έτσι το 9ο Τάγμα, με επικεφαλής τον Βελισσαρίου, ως εμπροσθοφυλακή, προχωρεί τη 12η ώρα και καταλαμβάνει τα Στεφάνια και τη 14η το Λευκοχώρι και το Καρατζάκιο. Εκεί φονεύθηκε ο Ιατρίδης, διοικητής του 8ου Τάγματος Ευζώνων, από ολόσωμη οβίδα. Τα ξημερώματα στις 20 Ιουνίου κατέλαβε την Ξυλούπολη και την 11η ώρα κατευθύνθηκε προς το Λαχανά.

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη τόσο στο παρακείμενο Κιλκίς όσο και στο Λαχανά, που βρίσκεται ο Βελισσαρίου και μάλιστα στους πρόποδες του φοβερού πράσινου λόφου, ο οποίος ήταν αντάξιος του Μπιζανίου, «φύσει οχυρωτάτου», με διπλές σειρές από βαθιά ορύγματα και ισχυρά πυροβολεία. Το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων, εκτός του ηρωικού θανάτου του ταγματάρχη Ιατρίδη, είχε απώλειες και το 1/3 των διοικητών των λόχων.
Την επίθεση κατά της «φύσει και θέσει» οχυρός θέσης, που θα έκρινε και τη μάχη του Κιλκίς, την έκανε ο Βελισσαρίου με τέσσερεις λόχους του Τάγματος του και με άλλους δύο του ακέφαλου Τάγματος του Ιατρίδη. Την περιγράφει δε ο παρευρισκόμενος εκεί επιτελής της Μεραρχίας: «Ευρισκόμην πλησίον του Παπαδοπούλου, όπισθεν της αριστεράς πτέρυγος της γραμμής μας, και είδον το αλησμόνητον θέαμα της εφόδου των εξ ευγενικών λόχων του Βελισσαρίου. Προ της εφόδου άρπαξε τον αλησμόνητον σαλπικτήν Βλάχον και τον εκράτησε όρθιον εμπρός εις τους Βουλγάρους και εσάλπισε επί 5 λεπτά το σάλπισμα «εμπρός δια της λόγχης».

Αμέσως όλοι οι λόχοι ώρμησαν με τον Βελισσαρίου πρώτον. Η γραμμή των εορμώντων λόχων,με τας απαστράπτουσας υπό τον ήλιον υπερχιλίας λόγχας, ωμίαζεν με χαλυβδίνην ταινίαν, και με πυρίνην ρομφαίαν, η οποία απειλητική επήρχετο εναντίον των εχθρικών ορυγμάτων. Πριν αυτή φθάση εις απόστασιν 150 μέτρων περίπου και καθ’ ην στιγμήν το πυροβολικόν μας ηναγκάζετο να επιμηκύνη την βολήν του, οι αμυνόμενοι εγκατέλειψαν τα χαρακώ-ματα φεύγοντες, ολίγοι κατ’ αρχάς, αθρόως βραδύτερον. Όταν οι αλαλάζοντες εύζωνοι του Βελισσαρίου επλησίαζον τας προσβάσεις των και τους έπληττον δια λογχών, ο Βελισσαρίου ανελθών επί λίθου εκράτη την σημαίαν την εκίνη και εφώναζεν: «Μπράβο σας παληκάρια εύζωνες. Ο Σταυρός μας βοηθάει. Σταθείτε ένα λεπτό και κοιτάτε δεξιά και αριστεράκαι ιδήτε τί γίνεται. Ξεπεράσαμε την ιστορία του Εικοσιένα».

Οι Βούλγαροι άρχισαν να φεύγουν. Και όχι μόνο δεν πρόφτασαν να πάρουν τα κανόνια τους, αλλά τα άφησαν με τα κλείστρα ανέπαφα και σε δύο μάλιστα είχαν και τα βλήματα μέσα. Η καταδίωξη συνεχίζεται αμείλικτα στην οδό για τις Σέρρες. Η διαταγή που στάλθηκε μετά τη δύση του ήλιου διέταξε την αναστολή της καταδίωξης. Ο Βελισσαρίου, όμως,και ο Συνταγματάρχης Παπαδόπουλος ήταν υπέρ της καταδίωξης μέχρι το Στρυμόνα και της κατάληψης των γεφυρών, Κουμάριανης και του Όρλιακο. Ο Βελισσαρίου, όμως, προχώρησε μέχρι του τελευταίου υψώματος στο Μπάς-κιόϊ. Από εκεί στις 26 Ιουνίου λαμβάνει διαταγή να καταλάβει τη διάβαση του Δεμίρ Κάπου, ύψ. 1.604, στο όρος Μπέλες.

Ο Βελισσαρίου επικεφαλής του Τάγματος εξορμά από Τζουμάς-Άνω Ποροΐων και με σύντομη πορεία στην ανηφορική τοποθεσία του Μπέλες αρχίζει την επίθεση διώχνοντας το εχθρικό τάγμα και καταλαμβάνοντας τη σπουδαία αυτή διάβαση. Στις 28 Ιουνίου ο Βελισσαρίου κατέρχεται από τη δεσπόζουσα αυτή θέση και ενώνεται με τα άλλα τμήματα της VI Μεραρχίας στο Δεμίρ Ισδάρ. Πέρασε το Στρυμόνα νότια από τη γέφυρα του παραπόταμου Μπήσαλα. Κατά τη διάβαση του ποταμού είχε την αξίωση ολόκληρο το τάγμα συντεταγμένο κατά τετράδες να κρατά ζύγιση και στοίχιση με έντονες κραυγές. Οι τσολιάδες του Βελισσαρίου, που κάθε νεύμα και κάθε διαταγή απ’ αυτόν ήταν νόμος και καθήκον, που έπρεπε να τηρηθεί και να εκτελεσθεί, πέρασαν τον ποταμό σύμφωνα με τη διαταγή του ζυγισμένοι και στοιχισμένοι, αν και το ρεύμα ήταν ορμητικό και το νερό κάλυπτε αυτούς μέχρι το ύψος των ώμων.

Στη συνέχεια των προσπαθειών αυτών, το Τάγμα του Βελισσαρίου γίνεται όχι μόνο αήττητο, αλλά και πρωτοπόρο και διατάσσεται να φέρει σε πέρας άλλη δυσκολότερη αποστολή. Με τους τρεις λόχους πρέπει να καταλάβει το ύψωμα Πιλάφ-τεπέ (υψοδείκτης 1.950), γιατί οι Βούλγαροι που το είχαν εμπόδιζαν την προέλαση της Μεραρχίας προς την κατεύθυνση της Μπέλιτσας.Ο Βελισσαρίου ενήργησε πάλι αστραπιαία και επιτέθηκε ακάθεκτα εναντίον των Βουλγάρων, τους οποίους, μετά από σκληρό αγώνα, ανάγκασε να τραπούν σε φυγή. Ανέβηκε στο ύψωμα Πιλάφ-τεπέ και καταδίωξε τους Βουλγάρους μέχρι Κοζοβίτσας Ασάρ.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ

Έτσι λοιπόν, στη νέα αυτή φάση των αγώνων του Έθνους, αδιάκοπα από τις 19 Ιουνίου μέχρι τις 7 Ιουλίου μαχόμενος βρίσκεται πριν από τα στενά της Κρέσνας. Στη στενωπό αυτή που οδηγεί προς την Άνω Τζουμαγιά, είχαν οργανωθεί οι Βούλγαροι αμυντικά και συγκεκριμένα στη βόρεια έξοδο της Κρέσνας, όπου «φύσει και θέσει» υπάρχει το οχυρό-Ρούζκεν Σιμιτλί Πόρογκος Μαχαλάς.
Επίσης ο βουλγαρικός στρατός, είχε υπέρμετρα ενισχυθεί από δυνάμεις που μετακίνησε από το σερβοβουλγαρικό μέτωπο, αλλά και από δυνάμεις που υποχώρησαν μετά τις μάχες του Κιλκίς-Λαχανά. Έτσι, οι Βούλγαροι προετοιμάστηκαν από τις οχυρές αυτές θέσεις να ενεργήσουν επίθεση κατά του προελαύνοντος Ελληνικού Στρατού.
Πέρα από τις παραπάνω βουλγαρικές δυνάμεις, προστέθηκε και το επίλεκτο Σύνταγμα της Βασιλικής Φρουράς του Φερδινάνδου. Λόγω της κρίσιμης κατάστασης που υπήρχε και με την προοπτική της διαφαινόμενης σύναψης ειρήνης,οι Βούλγαροι ήθελαν να κατοχυρώσουν περισσότερα εδάφη. Έτσι, ήταν της μοίρας γραφτό να λάβουν μέρος στη φονική αυτή μάχη προ της Άνω Τζουμαγιάς τα δύο γενναιότερα και ενδοξότερα τμήματα και από τα δύο μέρη, το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων και το Σύνταγμα της Βασιλικής Βουλγαρικής Φρουράς.

Πάλι το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων επικεφαλής της VI Μεραρχίας προχωρεί προς Ουράνοβο την 5η ώρα στις 12
Ιουλίου και την 11η φθάνει στο Πόρογκος-Μαχαλά. Οι Βούλγαροι βρίσκονται καλά οχυρωμένοι επί του υψώματος και των αντερεισμάτων του 1.378, σε εμπροσθοφυλακή τα δύο τάγματα προχωρούν και περνούν στις 14.30 ώρα τον ποταμό Οσένοβα και αρχίζουν να ανεβαίνουν στις απέναντι πλαγιές.

Κάτω από ραγδαία βροχή και ομίχλη εξακολουθεί η καταδίωξη των Βουλγάρων. Στις 15.30 διαλύθηκε η ομίχλη και το βουλγαρικό πυροβολικό άρχισε δραστική βολή κατά των ανδρών του Βελισσαρίου και του πυροβολικού μας.Ο Βελισσαρίου, όμως, προχωρεί ακάθεκτα και ανατρέπει τους Βουλγάρους, κατέλαβε τους τελευταίους συνοικισμούς προς βορρά του Ογνιάρ μαχαλά και εκδίωξε τη βουλγαρική δύναμη, που την αποτελούσαν τέσσερα τάγματα. Οι Βούλγαροι, όμως, ανασυντάσσονται και ενισχύονται με μεγαλύτερες δυνάμεις και με περισσότερο πυροβολικό.Έτσι, όλη η προσπάθεια και το βάρος της κατάληψης του υψώματος 1.378 έπεσε κατά πρώτο λόγο στο προχωρημένο αυτό τμήμα των δύο ευζωνικών ταγμάτων του Βελισσαρίου και στο Τάγμα των Κρητών.

Ο αγώνας είναι άνισος και δύσκολος,όχι μόνο από άποψη αριθμού ανδρών, αλλά και από άποψη οχύρωσης του εχθρού,όμως, η ορμητικότητα των επιτιθέμενων ευζωνικών τμημάτων ήταν τόσο μεγάλη,που τελικά οι Βούλγαροι συμπτύσσονται προς τα υψώματα 1.378-1.079.
Στις επιθέσεις αυτές στις 12 Ιουλίου,οι εύζωνοι του Βελισσαρίου πραγματοποιούν βαθιές «σφήνες» μέσα στα
εχθρικά τμήματα, που τα μεταγωγικά του Ελληνικού Στρατού είναι αδύνατο να τους παρακολουθήσουν για εφοδιασμό νέων πυρομαχικών. Αυτοί στρεφόμενοι προς τον ταγματάρχη τους του έλεγαν: «Δεν έχομεν πυρομαχικά». Και τότε ο ηρωικός ταγματάρχης, που ήταν πάντοτε έτοιμος να δώσει λύση και στις πιο κρίσιμες στιγμές του αγώνα είπε: «Και δεν υπάρχουν πέτρες;». Τότε άρπαξε ο ίδιος έναν ογκώδη λίθο και επιτέθηκε.

Αστραπιαία όρμησαν και οι εύζωνοί του πετώντας πέτρες στους Βουλγάρους, με αποτέλεσμα πάρα πολλοί από αυτούς να σκοτωθούν από τις πέτρες. Το ύψωμα 1.378 έγινε πια γνωστό για τις σκληρότερες μάχες που διεξήχθησαν σ’αυτό. Δεν καταλήφθηκε, όμως, στις 12 Ιουλίου, αν και τα τμήματα εξακολουθούσαν να μάχονται μέχρι την 21η ώρα. Δύο μυθικοί ήρωες, ο λοχίας Τόλιας και ο εύζωνας Μακρίτας, στην παραζάλη της επίθεσης και μεθυσμένοι από την άτακτη υποχώρηση των Βουλγάρων, τους ακολούθησαν καταδιώκοντας τους κατά πόδας, γιατί νόμιζαν ότι τους παρακολουθούσαν τα τμήματα τους.
Έτσι, έφθασαν μέχρι την κορυφή, αλλά βρήκαν ένδοξο θάνατο. Τους βρήκαν την επόμενη μέρα (13/7/1913) οι δικοί μας διάτρητους από τα εχθρικά βόλια. Οι αντίπαλοι παραμένουν στις θέσεις τους. Οι μεν Βούλγαροι συγκέντρωναν περισσότερες δυνάμεις ενώ οι δικοί μας ήταν δύσκολο να στείλουν ενισχύσεις, παρά τις απεγνωσμένες παρακλήσεις του συνταγματάρχη Παπαδόπουλου,όπως φαίνεται στην αναφορά του προς την VI Μεραρχία:
«Ευρισκόμεθα αντιμέτωποι του εχθρού με τα όπλα ανά χείρας, τηρούντες τας θέσεις μας, ως και ο εχθρός τας ιδικάς του.Το πυροβολικόν του εχθρού μας επροξένησεν καταπληκτικός απώλειας, διότι έβαλε καθ’ ημών ανενοχλήτως και εκ μικρής αποστάσεως. Ανάγκη απόλυτος να πλησίαση και να καταλάβη κατάλληλον θέσιν το πυροβολικόν, διότι αύριον την πρωίαν θα επαναληφθή πάλιν ή μάχη. Προς πλήρη επιτυχίαν του αγώνος, φρονώ ότι δέον να έλθη προς ενίσχυσιν ολόκληρον το 17ον Σύνταγμα και το πυροβολικόν. Απόλυτος ανάγκη αποστολής φυσιγγίων».

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ. Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΕΣΝΑΣ
Στις αιτήσεις αυτές των μαχομένων δεν στάλθηκε καμία ενίσχυση, αλλά ούτε ένα φυσίγγι. Αντίθετα,για απάντηση έλαβαν επιτιμητική διαταγή ακατανόητη για τις κρίσιμες αυτές στιγμές.
Η θέση λοιπόν των δικών μας είχε φθάσει να είναι από δύσκολη μέχρι τραγική και με αυτές τις συνθήκες άρχισε ο αγώνας στις 13 Ιουλίου, της τελευταίας ημέρας της ζωής του Βελισσαρίου. Οι Βούλγαροι από πλεονεκτική θέση άρχισαν στις 13 Ιουλίου το πρωί σφοδρές επιθέσεις κατά των ευζωνικών τμημάτων του Βελισσαρίου. Αποκρούστηκαν, όμως, όλες από τα τμήματα του που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή.
Οι επιθέσεις των Βουλγάρων προς στιγμή κόπασαν, γιατί το 4ο Σύνταγμα της 1ης Μεραρχίας μας μετακινήθηκε πίσω και δυτικά. Φαινόταν δε ότι απειλούσε τις γραμμές εφοδιασμού των Βουλγάρων, που βρίσκονταν ήδη πάνω στο ύψωμα 1.378. Έτσι, οι Βούλγαροι έστρεψαν την επίθεση τους στο 4ο Σύνταγμα και, αφού το καθήλωσαν, στράφηκαν κατά του μόνου αγωνιζόμενου τμήματος του Βελισσαρίου.
Ο αγώνας είναι επικός και όλο το βάρος του πέφτει στα τμήματα του Βελισσαρίου και στο Τάγμα των Κρητών
που ακολουθεί. Η 13 Ιουλίου είναι μία από τις φονικότερες μάχες του Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου. Η κορυφή του θρυλικού υψώματος 1.378 άλλαξε τρεις φορές κάτοχο. Αποτελεί δε το ένδοξο τέρμα των αγώνων. Θριαμβευτής στο τέρμα αυτό βρέθηκε το τμήμα εκείνο που από επιταγή της μοίρας ήταν και πρωτοπόρο πάντοτε. Αυτό, όπως είδαμε,έσπασε πρώτο τις εχθρικές γραμμές με την πύρινη ρομφαία της λόγχης και της αστραπής στο Λαχανά και συμπαρέσυρε σε γενική υποχώρηση τους Βουλγάρους. Αυτό έστησε και στο τέρμα του αγώνα τη σημαία του θριάμβου πάνω στην ανδροκτόνο κορυφή 1.378, ως αιώνιο δείγμα θυσίας και αυτοθυσίας για τα ιδανικά της πατρίδας.
Γράφει ο κριτικός του πολέμου για τη μάχη αυτή:
«Ή μάχη του 1378 ήτο αναντιρρήτως ή σκληρότερα και αιματηρότερα από όλας τας μάχας από όσας συνήψεν ό Ελληνικός Στρατός κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους».
Από παράδοξη επιταγή της μοίρας, στην τελευταία αυτή μάχη βρέθηκαν αντιμέτωπα, το ηρωικότερο σώμα του
Ελληνικού Στρατού και το εκλεκτότερο του Βουλγαρικού:
Πολλές φορές το ύψωμα αυτό στις κρίσιμες φάσεις του αιματηρού αγώνα άλλαξε κάτοχο. Τελικά παρέμεινε στα χέρια των ευζώνων του Βελισσαρίου, αφού πάνω στο ύψωμα αυτό από τους χίλιους άνδρες του Τάγματος έμειναν ζωντανοί μόνο 275 και ένας αξιωματικός και από αυτούς οι 200 τραυματίες.
Τελικά και οι Βούλγαροι έπαθαν τρομακτικές απώλειες με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το 1.378, όπου τελικά στήθηκε η ελληνική σημαία στις 15 Ιουλίου 1913.
Με την τελική κατάληψη του υψώματος 1.378 που βρίσκεται σε ευθεία γραμμή 20 χλμ. από τη Σόφια, οι Βούλγαροι αναγκάστηκαν να υπογράψουν τη συνθήκη του Βουκουρεστίου. Αν ο Βελισσαρίου με την πολυάνθρωπη θυσία του δεν πολεμούσε και δε θυσιαζόταν, ο πόλεμος στη θέση αυτή θα έπαιρνε δυσάρεστη τροπή και οι Βούλγαροι, νικητές στο σημείο αυτό, θα υπαγόρευαν την υπογραφή της συνθήκης με διαφο-ρετικές προϋποθέσεις και ευνοϊκότερους γι’αυτούς όρους.
Ο Βελισσαρίου πέθανε ηρωικά με τη φράση: «Στη Σόφια»! Και προς αυτήν πλησίασε!
Πώς, όμως, φονεύθηκε και ποιες οι τελευταίες στιγμές του; Θ’αφήσουμε να απαντήσει ο γιατρός του Τάγματος,ο αείμνηστος Μπούκουρας, ο οποίος από την αρχή του πολέμου βρισκόταν στο Τάγμα του Βελισσαρίου και διέσωσε πολλά λεπτομερειακά στοιχεία μέσα από τις 600 σελίδες του ανέκδοτου προσωπικού του ημερολογίου:
«Εξημέρωσε θολή και αγρία η ήμερα, πιο μαύρη από την νύκτα, σύννεφα καταμέλανα εις μεγάλους όγκους κυλίονται προς την Ροδόπην. Ουδέν μετήλλαξεν. Την σκοτεινιά της νυκτός διαδέχεται ή μαυρίλα της ημέρας. Στη σκοτεινιά εκείνης μεσ’ το διάστημα δύο αστραπών,μιας του ουρανού και μιας ενός κανονιού έφυγε ο Κολοκοτρώνης. Στή μαυρίλα του αίματος που έχυσε η σκοτεινιασμένη ημέρα επνίγη το άλλο όνομα που εδόξασε τόσον την πατρίδα χωρίς και δι’ αυτό να αποθάνη, ευρισκόμενος ακόμη εκεί με διεύθυνσιν προς την Γράδοβαν επί των δυτικών πορειών του υψώματος 1378. Κατέχομεν ακόμα τας θέσεις που με τόσον αίμα διετηρήσαμεν αφ’ εσπέρας. Ακόμη εκεί δίπλα μας εκοίτοντο τα πτώματα των φονευθέντων. Δεξιά και επάνω μόλις διεκρίνετο το ύψωμα και αι δυτικαί πλευραί καθισμέναι και εκείναι με το αίμα που εχύθη στο διάστημα των πέντε νυκτερινών εφόδων της προηγουμένης. Κάτω και αριστερά ήπλουντο σαν ογκώδεις ανοιγμένοι δάκτυλοι επιμήκεις ανώμαλοι γήινοι ραβδώσεις αρχόμενοι χίλια μέτρα αριστερά της κορυφής από των θέσεων μας. Το 8ον καί 9ον ευζωνικόν ετήρουν τας προφυλακάς με όψιν προς το ύψωμα. Πεντήκοντα μέτρα δεξιώτερον και όπισθεν άλλης συστάδος ο λόχος του Καζανά εξηπλωμένος ως μόνη εφεδρεία. Άνωθεν των δένδρων ένας τάφος ανοιγμένος και πλαγίως ένας νεκρός της προηγουμένης. Ο νεκρός του Κολοκοτρώνη είναι κατάστικτος εκ των βολίδων. Πριν εισέτι το φως της νέας ημέρας αρχίση τον προπέμπουν ο Συνταγματάρχης, ο Βελισσαρίου, ο Βασιλούκης και δύο τρεις αξιωματικοί των. «Στο καλό φίλε μου!» δακρύζει ο Συνταγματάρχης, «Στο καλό Κολοκοτρώνη και καλήν αντάμωσιν σε λίγο!» ακούγεται κάπως πένθιμα η φωνή του Ταγματάρχου Β’. Τον επιπλήττει γλυκέως ο άλλος. Γύρω οι άδειες κάσσες των φυσιγγίων ομιλούν δια τη μάχη της προηγουμένης, τους νεκρούς των, τους τραυματίας. Ο Παπαδόπουλος σκεπτικός, ο Βελισσαρίου σοβαρός, ο Τυρογιάννης ο γενναίος υπολοχαγός αστείος, επέρασεν ως ένα τέταρτον σιγής και άρχισαν και πάλιν οι οβίδες να θραύωνται πλησιέστερον. Σαν ανήσυχος και περίεργος ο Βελισσαρίου εσηκώθη έκανε τρία βήματα δεξιά, τρία αριστερά. Αι οβίδες έσκασαν γύρω του πυκνά. «Γιατρέ, είπε, να δίωξης τους τραυματίες». Έπειτα κάπως απότομα έστρεψε το κεφάλι προς τα οπίσω και αποτεινόμενος προς τους σαλπιγκτάς είπε: «Τί ημέρα έχομεν;» «Δέκα τρεις του μηνός» είπε εις των σαλπιγκτών, ενώ ο Τυρογιάννης κλείον τον ένα οφθαλμόν έσπευσεν να διορθώση «δώδεκα» ο δε Βελισσαρίου αφηρημένος ως προσέχων άλλου εδέχθη χωρίς αντίρρησιν. «Ναι δώδεκα». Πόσον διέψευσε και των δύο τους λόγους η μοίρα!
Για τον Βελισσαρίου η οβίς ομίλησε ως περί δεκάτης τρίτης του μηνός δια να διάψευση την ημερομηνίαν του Τυρογιάννη. Δεκάτη τρίτη δια τον Τυρογιάννην ήτο η επομένη που εύρε εκείνος τον θάνατον, χωρίς κανείς εκ των δύο να είναι προληπτικός. Την ενάτην ώραν της 13 Ιουλίου ευρισκόμεθα εν πλήρει μάχη.
Το Βουλγαρικόν πυροβολικόν έστειλε ακατάπαυτα τα βλήματα του εις τας προφυλακάς μας. Τα πολυβόλα του ήλθαν να συνοδεύσουν με τον απαίσιον ήχον των. Τα πρώτα αίματα εχύθησαν ήδη. Όλαι αι έφοδοι όμως των συνεχώς ενισχυομένων Βουλγάρων εθραύοντο εις το απόρθητον τείχος των ευζώνων του Βελισσαρίου. Εις την χάλαζαν των σφαιρών των πολυβόλων και των οβίδων του εχθρού την ενδεκάτην ώραν 60 εκτός μάχης. Ιατρός, νοσοκόμοι διεκόμιζον τους ζώντας τραυματίας εις τα μετώπισθεν. Αι τάξεις των γενναίων ηραιώνοντο, αυτός άκαμπτος, μεγαλοπρεπής, όρθιος οδήγη τους ήρωας του προς τον θάνατο μη υποχωρών. Όρθιος εξώρμα με το μαστίγιον εις τας χείρας και ήτο μεγαλοπρεπής και αγρίως ωραίος. Δεν είναι δυνατόν να μιμηθεί κανείς τον τόνον και αδύνατον να παραστήσει την επίδρασιν. Η φωνή του ηλέκτριζε και έκαμνε τον θάνατον γλυκύν. Το αναλογίζομαι ακόμη μετά του ιδίου ρίγους και συγκινήσεως που πάντοτε εδοκίμασα. Οι διακόσιοι πεντήκοντα εναπομείναντες γύρω του, από το ηρωικό του τάγμα, εχρειάζοντο ενθάρρυνσιν και έδιδε το παράδειγμα, εκτεθειμένος εντελώς ακάλυπτος εις το επαναληφθέν πυρ του εχθρού, το όποιον τώρα, ότε αι θέσεις εγένοντο καταφανείς, επήρχετο ακράτητον και έπιπταν διαρκώς αι οβίδες, και ετραυματίζοντο ευχαριστημένοι ίσως τώρα υπό τα όμματα του αρχηγού των. Αι τάξεις των ανδρών του αραιώνονται επικινδύνως. Αλλ’ ιδού μία δύο οβίδες, η μία κατόπιν της άλλης έσπασαν υπεράνω της κεφαλής του μένει όμως ακλόνητος. Ουδέ κατά βήμα μετήλλαξε θέσιν. Τρίτη, μη διαρραγείσα, μεθ’ ορμής εισέδυσε έμπροσθεν του βαθύτατα ανατινάξασα ολόκληρα τμήματα πηλού και κονιορτού συγχρόνως, όστις τον κατεκάλυψε. Ο Ηλιού εν νεφέλαις δεν θα ήτο περισσότερον ατάραχος! Ανέμενε έως ου κατέπεσε ο κονιορτός και τώρα γαλήνιος απετάθη προς τους στρατιώτας.
«Αϊ! Τί τους φοβείσθε, ανάθεμα τους αν ξέρουν να σκοπεύουν. Να μόνον λάσπη και σκόνη με γέμισαν».
Ο Καζανάς όρθιος δια νευμάτων μου υπεδείκνυε το επικίνδυνον της θέσεως του μη τολμών να παρατήρηση τι. Αλλά και τις ετόλμα να συστήση απομάκρυνσιν. Ο αείποτε αψηφήσας τον θάνατον να απομακρυνθή του κινδύνου προ των ομμάτων των δεκατιζομένων ανδρών του; Προ του Ιδίου του εγωϊσμού που τον ήθελε ανώτερον της φήμης του και των κατορθωμάτων του, θα ήτο αστείον και να δοκιμάση κανείς. Θα εδέχετο κανένα από εκείνα τα αυστηρά και περιφρονητικά βλέμματα που πολλών φιλοτιμίας παρακαίρως έταπείνωσαν.
Νέος κρότος και μία συγχρόνως φωνή με ετίναξεν και έστρεψα την κεφαλήν.
Ο Ταγματάρχης εκυλίετο εις την κλιτήν.
Έπεσεν εκείνος με τας λέξεις: «Α! Καζανά,έπεσα». Διατηρώ στην ψυχή μου το παράπονόν μου και κάποιαν μνησικακίαν κατά του Καζανά δια την προτίμησιν(!). Ο Ταγματάρχης μου, όστις με περιέβαλλε με τόσα δείγματα εκτιμήσεως, την στιγμήν που μόνον εμού ίσως είχε ανάγκη την συνδρομήν να ζήτηση, αντί να στραφεί προς εμέ απετάνθη προς τον λοχαγόν του. Αλλά τί ημήν εγώ εν σχέσει προς τον ήρωα λοχαγόν του 4ου λόχου, που εχάνετο διώκων και κατακεραυνών τονεχθρόν εις πάν παράγγελμα; Όλοι οι άξιοι κοντά του κατείχον θέσιν και οι εκλεκτότεροι ήσαν οι φίλοι του. Ποιος θα είχε το δικαίωμα να τεθή προ του Καζανά εις την χορείαν των συμπολεμιστών του; Έστρεψα κλαίων ασυναισθήτως δια πρώτην ίσως φοράν εις την ζωήν μου, πριν εισέτι άλλος κινηθή. «Ω τα είδατε Ταγματάρχα μου! Να! όλο εκτεθειμένος. Τώρα τί θα γίνωμεν εμείς;» αυστηρός και κάπως ανηλεής προς εμέ, εις τον πόνον μου αλλ’ εις την έννοιαν των λέξεων αποκρινόμενος την στιγμήν που ημιλυπόθυμος έπιπτεν εις την αγκάλην μου, αμείλικτα και σιγά-σιγά διακοπτόμενος απεκρίθη: «Έχετε όπλα. Εάν έχετε και μυαλό δεν υπάρχει κανείς κίνδυνος».
Στο πρόσωπο μου εκεραύνου όλας τας αναξιότητας αυτός που ήξευρε ότι για το τάγμα του αυτός ήτο η νίκη, η ασφάλεια και ουχί τα εις χείρας όλων όπλα. Τον έσυρα μετά κόπου βαρύν προς τα δένδρα. Ο Παπακωνστα ντίνου, οι σαλπιγκταί του με έβοήθησαν. Διήνοιξα τα ρούχα του. Μια πληγή άνευ εξόδου κάτωθεν της δεξιάς κλειδός έχυνεν αιμορροούσα ηπίως. Η βολίς είχε εισδύσειεις τον πνεύμονα. Του προσεφέραμεν πάσαν βοήθειαν. Δις εις ελάχιστον χρόνον είχε λιποθυμήσει και δις συνήλθε.
Ισχυρά δύσπνοια ομίλη προφανώς περί εσωτερικής αιμορραγίας. Ανήσυχος διαρκώς ο νους του εστρέφετο ακόμη προς την μάχην, ενώ με πρόχειρον φορείον τον απεμακρύναμεν απ’ αυτήν. Με την πρώτην απομάκρυνσίν μας οι άνδρες του λόχου μένεα πνέοντες ήρχισαν πυρά ομαδόν. Αντετάσσοντο προς τον επερχόμενον θάνατον πιστεύοντες ότι ούτω θα εξεδικούντο. Ουδεμία δύναμις ηδύνατο να τους συγκράτηση. Όλοι εζήτησαν τον θάνατον. Ποια δύναμις εχθρική ήτο ικανή να αντιμετώπιση τους συντρόφους του Βελισσαρίου; Τί ήτο η ζωή άνευ του ηρωός των; Όπισθεν μιας προεξοχής του εδάφους εσταματήσαμεν. Εφαίνετο ωχρός και ολίγον ήσυχος, παρεπονείτο όμως ότι τα χέρια του κουράζονται. «Δεν είναι τίποτε» είπα, μου απάντησε: «Δεν είναι άλλως τε γραφτό να κουρασθούν αυτά τα χέρια… Γιατρέ! πολύ φοβούμαι πως δεν θα ξαναϋπηρετήσω την Πατρίδα. Μόνον εκείνη δεν κουράζει τον θέλοντα να την υπηρέτηση». Ένας σύνδεσμος περνά βιαστικός ζητώντας τον Ταγματάρχην. Πριν λάβει απάντησιν διακρίνει τον μανδύαν του. «Α τραυματισμένος δυστυχία μας!» Πήγαινε λεβέντη μου επάνω. «Είναι άλλος Διοικητής τώρα, λέγει. Μη φοβάσαι όμως. Να ξεκουρασθώ λιγάκι και το βράδυ θα είμαι πάλι κοντά σας». Ω μίλησε πολύ και νέα δύσπνοια με ανησυχίαν. Ένας βήχας έφερε λιποθυμίαν. Συνήλθε και πάλιν. «Πώς πάνε τα παιδιά πάνω, ρω-
τά». Μείνετε ήσυχος θα σας εκδικηθούν εκείνοι». «Ω το πιστεύω θα νικήσητε, θα φθάσετε στη Σόφια. Τί κρίμα να μην είμαι και εγώ κοντά σας όπως και στα Γιάννενα!». Ημιέκλεισε τα μάτια του. Εκκινήσαμεν εκ νέου. Εκείνος καθήμενος επί του φορείου είχε τας χείρας του υψηλά και με περιέβαλε δια της δεξιάς «Α! Να έτσι είναι καλά, μπράβο σαλπιγκταί μου, αλλά που είναι ο Βλάχος;»… «Α! ξέχασα Γιατρέ στο στόμα ήταν τραυματισμένος». «Ναι αλλά μην ομιλείτε σας κάμνει κακό» «Α γιατρέ ευρήκες τη δύναμη σου, σ’ ακούω,να που ήλθε και η αράδα σου να διάταξης. Σ’ ακούω, όπως και συ τόσον καιρό».
Αίφνης ωχρίασε μέχρι λιποθυμίας. Εφάνη να συνέρχεται. Τα χείλη του εψιθύρισαν.
«Ναι! Στη Σόφια. Στη Σόφια, όπως είπαμε. Το τελευταίο ταξίδι δεν φαίνεται να είναι… το πιο τυχερό!». Εκκινήσαμεν εκ νέου όπως πριν. Η πληγή αιμορροούσε, ολίγον ακουμβούσε επί του στήθους μου και αιματωμένος ο επίδεσμος έβρεχε την χλαίνην,την οποίαν διατηρώ αιματωμένην. Η ωχρότης επεχύθη επί του προσώπου του. Τον ενόμισαν νεκρόν και όπως κατεβίβασα το χέρι του από τον ώμον μου δια να τον κατακλίνω έθεσα σ’ αυτό ένα κρυφό φίλημα. Ήνοιξε όμως τα μάτια του και ως αισθανθείς την θέσιν του κοιτάζοντάς με κατάματα με ηρώτησε με έσβεσμένη την φωνή «Τί είναι Γιατρέ. Το νεκροφίλημα;». Εκοκκίνησα, έσπευσα να δικαιολογηθώ κάπως παιδιάστικα. «Όχι, αλλά ξεύρετε πρέπει να γυρίσω πίσω στο τάγμα μας. Να εδώ είναι ο Γιατρός του Συντάγματος. Θα φροντίση καλλίτερα εκείνος». «Καλά έχεις δίκαιο. Εξέχασα ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα να σε κρατήσω πλέον. Ανήκεις στο τάγμα. Πήγαινε γιατρέ μου τώρα σε ευχαριστώ». Σε λίγο ήρθε ο Συνταγματάρχης σύνοφρυς. Του παρέδωσα, τας διόπτρας του και το περίστροφόν του. Έφυγα ρίπτων ένα τελευταίον βλέμμα χωρίς να έχω το θάρρος να του ευχηθώ καλήν αντάμωσιν. Θα ήτο το μόνον ψέμα αφ’ ότου υπηρέτησα υπό τας διαταγάς του. Τρεις ώρας αργότερον ο υψιπέτης αναβάτης του Δεμίρ Κάπου κατήρχετο προς τον θάνατον. Την θλιβεράν είδησιν έφερεν εις το τάγμα εις των Σαλπιγκτών.
Εξεψύχησεν με τας λέξεις που και πριν είχεν ειπεί: «Και όπως είπαμε παιδιά μου. Στη Σόφια, στην Πόλι. Χαρίκλεια… Χαρίκλεια!»
(Γράδεβον, 20 Ιουλίου 1913 Κ.Μπούκουρας Ιατρός Τάγματος).

Τι κρίμα να μην είμαι όπως στα Γιάννενα! Αυτές είναι οι τελευταίες στιγμές του ήρωα μας. Ο θάνατος του σαν κεραυνός τους τρύπησε όλους, αλλά και ταυτόχρονα τους ηλέκτρισε άναυδους μπρος στο μεγαλείο της μορφής του. Θάνατος που δεν απελπίζει, που δεν απογοητεύει, αλλά που εμπνέει και γεμίζει περηφάνια. Ο Βασιλιάς τότε μόλις πληροφορήθηκε το θάνατό του είπε:
«Τοιούτοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Φέρτε μου χαρτί να συγχαρώ την γυναίκα του».
«Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων.Κωνσταντίνος – Βασιλεύς των Ελλήνων».
Την επομένη, στον Ογνιάρ μαχαλά ανοίχτηκε ένας τάφος δίπλα στον τάφο του Κολοκοτρώνη, που είχε θαφτεί εκεί την προηγουμένη. Γύρω από τον τάφο λίγοι συμπολεμιστές του, γιατί οι άλλοι μάχονται. Ο Συνταγματάρχης του απαρηγόρητος θρηνεί τον ασύγκριτο. Ο στρατιωτικός ιερέας ψάλλει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Ο Συνταγματάρχης χαιρετά, ο δημοσιογράφος Καρβούνης μίλησε για λίγο: «Εμπρός και πάντοτε εμπρός ήταν το σύμβολο σου. Όσαι μάχαι και τόσα στεφάνια νίκης, το απόρθητο Σαραντάπορο, οι οξείς βράχοι της Αετοράχης,τα θρυλικά Γιάννενα, το ανδροκτόνο Κλέπε, ή Λιγκοβάνη, τα βαθειά χαρακώματα του Λαχανά, τα χαλύβδινα στενά του Δεμίρ-Χισάρ, η ματωμένη και λαβυρινθώδης Κρέσνα, τα ερυθρά υψώματα της Τζουμαγιάς το 1378 όλα σκύβουν ταπεινά και με ευλάβεια προσκυνούν την μνήμη του μεγάλου πορθητού και θα διαλαλούν από γενεάς εις γενεάν το θριαμβευτικόν πέρασμα του μαύρου Καβαλλάρη. Πάντοτε ταχύς, ορμητικός σαν θύελλα σκόρπιζες κεραυνούς και έδρεπες δάφνες. Η δόξα, η πατρίς, οι Θεοί της Ελλάδος χειροκροτούμενοι ηκολούθουν το φλογερό άρμα του. Αγέρωχος και μεγαλοπρεπής στο υπερήφανο άτι του έφέρετο πτερώπους προς την αθανασίαν. Στον ιλιγγιώδη δρόμο του εσκόρπισε τόσα πτώματα εχθρού, που η Βουλγαρία με λύσσα θα ενθυμήται τον φοβερό διώκτη της. Ένδοξε και τιμημένε, ο αθάνατος θάνατος σου ακτινοβολεί σαν ήλιος σε κάθε Ελληνική ψυχή. Εκεί επάνω στους γαλανούς κάμπους των Ηλισίων η μεγάλη
πατρίς και η τιμή δρέπουν ολοπόρφυρες δάφνες και πλέκουν το αμάραντο στεφάνι της δόξας και ραίνουν με ολόλευκα την σεπτήν σκιάν σου. Τιμημένε, η εθνική ευγνωμοσύνη ανεγείρει μαυσωλεία στα στήθη των Πανελλήνων και χείλη ελευθερωθέντων σκλάβων ψάλλουν το αιωνία η μνήμη».

Η λαϊκή Μούσα των συμπολεμιστών του αφιέρωσε το παρακάτω τραγούδι:

Εις τον «Ήρωα των Ηρώων» Ιωάννη Βελισσαρίου
Μοιρολογούνε τα βουνά κι’ κάμποι αναστενάζουν!
και οι τσολιάδες τον θρηνούν λεβεντοταγματάρχη!
Μες του πο λέ μου τη φωτιά ορθός επολεμούσε
το φόβο δε λογάριαζε το χάρο δε ψηφούσε.
Κλάψτε αετοί το σταυραετό!
κλάψτε το Βελισσάρη!
κλάψε και συ ευζωνικό
τ’ ατρόμητο λιοντάρι.
Τί το κακό που γίνηκε στη Τζουμαγιά στη ράχη
ο Βελισσάρης πέθανε κι’ ο Βασιλιάς ταράχθη
Ο Βλάχος του ο σαλπιγκτής
βαριά τραυματισμένος,
όταν μαθαίνει το χαμό
πριν ξεψυχήσει λέει:
Θα ήθελα στον τάφο σου δύο λόγια να σαλπίσω
να γονατίσω ευλαβικά, στερνά να ξεψυχήσω!
Ν’ ακούσουνε τα Γιάννενα
κι’ ο Λαχανάς να μάθη
κι’ η Κύμη που τον γέννησε
ο Βελισσάρης πέθανε, ο Βελισσάρης χάθη!

Άρθρα δημιουργήθηκαν 54

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σχετικά άρθρα

Ξεκινήστε να γράφετε τον όρο αναζήτηση επάνω και πατήστε enter για Αναζήτηση. Πατήστε ESC για ακύρωση.

Επιστροφή επάνω