Στρατηγός Δημήτριος Ιωάννου «Μπαλαφάρας»

Στρατηγός Δημήτριος Ιωάννου «Μπαλαφάρας»

Στρατηγός Δημήτριος Ιωάννου «Μπαλαφάρας»: Ένας ασυμβίβαστος και παρεξηγημένος ήρωας!!!!!

Στην στρατιωτική οικογένεια υπήρξαν ηγέτες που παρά την προσφορά και τα κατορθώματα τους, δεν άφησαν το αποτύπωμα που τους αναλογούσε στην ιστορία.

Οι οργανωτικές τους ικανότητες, η δράση τους στα πεδία των μαχών, ο ηρωισμός τους, η αγάπη του για τους άνδρες τους, πέρασαν σε δεύτερη μοίρα και κυριάρχησε ο ιδιαίτερος χαρακτήρας τους.

Ο στρατηγός Δημήτριος Ιωάννου αποτελεί μια κλασική περίπτωση!

Ως ανώτερος αξιωματικός, απολάμβανε φήμης ειδικού στον οχυρωματικό πόλεμο, αλλά ξεχώριζε για τη συχνά απερίσκεπτη γενναιότητά του και επιθετικότητά του ως διοικητής.

Ο συγγραφέας Στρατής Μυριβήλης, στο αντιπολεμικό του έργο «Η ζωή εν τάφω», στο οποίο περιγράφει τη ζωή στο Μακεδονικό Μέτωπο με βάση τις αναμνήσεις του ως στρατιώτη στη Μεραρχία Αρχιπελάγους, μας δίνει ένα πορτραίτο του Ιωάννου, υπό το όνομα «Μπαλαφάρας».

Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ήταν ένας ελαφρώς παλιάτσος αλλά συναρπαστικός άντρας, που αρεσκόταν να επιδεικνύει την προσωπική του γενναιότητα αρνούμενος να καλυφθεί ή να φορέσει το κράνος του όταν επισκεπτόταν τα χαρακώματα με επίσημη στολή, και του οποίου οι πιο απερίσκεπτες ορμές χρειαζόταν να περιορίζονται από τους υπασπιστές του.

Ο Ιωάννου ήταν γεννημένος στρατιώτης.

Πέρασε την μισή του ζωή πολεμώντας.

Το 1897 συμμετείχε στην απελευθέρωση της Κρήτης ως Διοικητής Λόχου με το αποβατικό Σώμα του Στρατηγού Τιμολέοντος Βάσσου.

Μετά την ανακωχή ασχολήθηκε με την οχύρωση της Οίτης και επί σειρά ετών διετέλεσε καθηγητής της Οχυρωτικής σε Στρατιωτικές Σχολές.

Το 1912 ως Αντισυνταγματάρχης διετέλεσε Επιτελάρχης της Στρατιάς της Ηπείρου, ενώ από τις 19 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, κατά την προετοιμασία της επίθεσης για την κατάληψη των Ιωαννίνων αναλαμβάνει τη διοίκηση των 4 ταγμάτων Ευζώνων της Αετοράχης.

Η επίθεση τελικά ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου.

Τα Τάγματα Ευζώνων ήταν από τα πρώτα που επιτέθηκαν.

Εγκατέστησαν τμήματα ασφαλείας γύρω από τα Ιωάννινα και διέκοψαν την επικοινωνία με το Μπιζάνι.

Η τολμηρή τους διείσδυση συνέτεινε στην απόφαση των Τούρκων να παραδοθούν στις 20 Φεβρουαρίου στις 11 μ. μ.

Η παράδοση έγινε από δύο Τούρκους αξιωματούχους και τον Επίσκοπο Δωδώνης στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων.

Ήταν επίσης στα χαρακώματα στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στα αρχικά στάδια του Ελληνοτουρκικού Πολέμου 1919-22.

Στον Ιωάννου ανατέθηκε και το καθήκον σχηματισμού της Μεραρχίας Αρχιπελάγους, από τους κατοίκους των νησιών του Αιγαίου.

Το Μάιο του 1917, η μεραρχία του ήταν έτοιμη και αναπτύχθηκε στον τομέα του Μοναστηριού στο Μακεδονικό Μέτωπο. Το Μάιο του 1918, ο Ιωάννου οδήγησε τη μεραρχία του στη νίκη στη μάχη του Σκρα, και συμμετείχε με αυτή στη γενική συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918, που διέσπασε το γερμανοβουλγαρικό μέτωπο.

Η εκεχειρία με τη Βουλγαρία τον βρήκε με τη μεραρχία του στη μικρή πόλη Πέχτσεβο (στο σημερινό κράτος της Βόρειας Μακεδονίας).

Έχοντας προαχθεί σε αντιστράτηγο λίγους μήνες νωρίτερα, ανέλαβε τη διοίκηση του Α΄ Σώματος Στρατού και αργότερα της Στρατιάς Ηπείρου.

Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το Μάιο 1919 και την εγκαθίδρυση της ζώνης κατοχής γύρω από την πόλη, επιλέχθηκε να διοικήσει το νεοσχηματισθέν Σώμα Στρατού Σμύρνης της Στρατιάς Μικράς Ασίας, το οποίο οδήγησε κατά τις επιχειρήσεις της άνοιξης και την επίθεση του καλοκαιριού του 1920.

Μετά τη νίκη της αντιβενιζελικής και φιλοβασιλικής Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, απολύθηκε από τη θέση του.

Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΥΡΙΒΗΛΗ

Τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του περιγράφει με μοναδικό τρόπο ο Στρατής Μυριβήλης.

«Στις 10 το πρωί σήμερα μες στη ζέστη, είχαμε μιαν ανεπιθύμητην επίσκεψη.

Έτσι του κατέβηκε του Μπαλαφάρα να πάρει το επιτελείο του και νάρθει να επιθεωρήσει τον τομέα.

Ο Μπαλαφάρας κάνει αυτές τις επίδειξες της παλικαριάς του δίχως κάσκα στο κεφάλι, με όλα τα χρυσαφικά στους ώμους και στο πηλίκιο.

Όποτε τόνε χτυπήσει η λόξα παίρνει σβάρνα τα χαρακώματα, μέρα μεσημέρι, να δει « πως τα περνούν τα παιδιά του ».

Η επιδειχτική περιφρόνηση αυτού του ανθρώπου προς το θάνατο είναι άλλο πράμα.

Περπατά μες στο χαράκωμα με όλη την ησυχία του, μεγάλος κι αλύγιστος σαν πύργος, μ’ ολάκερο το κεφάλι έξω από το προπέτασμα.

Πάει κορδωμένος σαν σε παρέλαση.

Δεν ξέρει κανείς τι να του θαμάξει.

Την παλαβάδα ή την παλικαριά.

Οι παρατηρητές απ’ αντίκρυ διακρίνουν πολλές φορές το πηλίκιο του Μπαλαφάρα που αστραποβολά μες στον ήλιο με τα χρυσάφια του, τηλεφωνάνε στο πυροβολικό τους κι αρχίζει το γλέντι. Το χαράκωμα πολλές φορές γίνεται γης μαδιάμ από τις « γουρούνες ».

Κι ο Μπαλαφάρας προχωρεί, σηκώνει αξιόπρεπα με τ’ ανάστροφο του χεριού τις άκρες του μουστακιού του και προχωρεί.

— Δεν είναι τίποτα, λέει με την ξεσυρτή φωνή του που τονίζει όλες τις συλλαβές σα να τις επιθεωρεί.

Είναι διεθνείς αβρότητες αυτές.

Ο εχθρός τραβάει τιμητικές βολές προς τιμήν του Στρατηγού . . .

Από την επίσκεψη του Μπαλαφάρα δεν είχαμε ευτυχώς κανένα θύμα.

Μονάχα ένας λαβώθηκε στο μάτι από ένα λιθάρι που του σφεντόνισε η έκρηξη. Το κανονίδι βάσταξε ωστόσο όλο τ’ απόγεμα.

Όλη τη νύχτα ο λόχος, βλαστημώντας γενεές δεκατέσσερεις όλο το σόι του Μπαλαφάρα, ξημερώθηκε ξαναφκιάχνοντας τα χαλάσματα και καθαρίζοντας τα χώματα.»

«ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΕ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΣΑ!»

Η επόμενη ιστορία του Μυριβήλη, είναι αποκαλυπτική του ασυμβίβαστου χαρακτήρα του.

Είχε κατέβει για δουλειές από το Μέτωπο στην Αθήνα κ’ έλαβε πρόσκληση του Βασιλέως να πάγη για πρόγευμα στο παλάτι του Τατογιού.

Ο Αλέξανδρος έτρωγε πολύ απλά, ποτέ περισσότερα από δυο φαγητά, και δεν έπινε κρασί παρά παγωμένη κερκυραϊκή τσιτσιμπύρα, χειμώνα-καλοκαίρι. Σερβίρισαν λοιπόν κατά την ανακτορική συνήθεια, την ημέρα του γεύματος του Ιωάννου, πρώτα πιλάφι με γαρίδες κ’ έπειτα μπιφτέκια.

Όταν μετά το δεύτερο πιάτο παρουσιάστηκε το παγωτό, ο στρατηγός είπε στον Βασιλέα :

— «Επιτρέπεται, Μεγαλειότατε, να ρωτήσω κάτι για το τραπέζι που μου κάνετε; Τελειώσαμε;»

— «Βέβαια. Τί άλλο θέλεις;»

— «Με συγχωρείτε, αλλά πεινώ.

Εγώ στο στρατηγείο μου καλοτρώω, Μεγαλειότατε.

Είμαι, δα, κοτζάμ άντρας.

Είπα λοιπόν μέσα μου : αφού εγώ στην ερημιά μαγειρεύω τέσσερα φαγητά, στο παλάτι θα μου δώσουν έξι.

Για να μη χορτάσω γρήγορα, πήρα λίγο από τα δύο πρώτα και, έτσι που τα κατάφερα, τώρα πεινάω.

Θέλετε να γυρίσω πίσω και να πω στα παιδιά του Μετώπου ότι μου έκαμε τραπέζι ο Βασιλιάς μας κ’ έφυγα πεινασμένος;»

Ο Αλέξανδρος διάταξε γελώντας να ξαναρχίση το σερβίρισμα όσο να χορτάση ο στρατηγός.

Αυτός ο παρεξηγημένος ήρωας, που γεννήθηκε στη Λιβαδειά, στις 23 Οκτωβρίου 1861, πέθανε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 1927 ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΑΒΟΗΘΗΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΗΣ.

Η πολη του τον τίμησε δίνοντας σε ένα κεντρικό δρόμο, το όνομα του.

Αποσπαμα από το βιβλιο του ΧΡ.ΕΜ.ΑΓΓΕΛΟΜΑΤΗ

[Χρονικόν μεγάλης τραγωδίας ]

Όταν, μετά πάροδον χρόνου, η τουρκική αντίδρασις επέβαλε την επέκτασιν της ελληνικής κατοχής, πέραν των ορίων της συνθήκης των Σεβρών προς την Προύσαν, συνέβη τούτο : Η μεραρχία της οποίας ηγείτο ο στρατηγός Ιωάννου, προελαύνουσα προς την Προύσαν, συνήντησε κοπάδια από πρόβατα και αγελάδας που απετέλουν τον εφοδιασμόν των τούρκων ατάκτων.

Ήτο καθαρώς πολεμική λεία και εχρησιμοποιήθησαν δια την τροφοδότησιν του προελαύνοντος στρατού. Το πράγμα έφθασε μέχρι του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος ετηλεγράφησεν εις τον Στεργιάδην να καλέση τον Ιωάννου και να του ζητήση εξηγήσεις.

Όντως, ο Στεργιάδης εκάλεσε τον Ιωάννου, ο οποίος προσήλθεν εις το Διοικητήριον κρατών, ως πάντοτε, το μαστίγιόν του. Είπεν εις τον ιδιαίτερον γραμματέα του Στεργιάδη να τον αναγγείλη, εκρέμασε δ’ εν τω μεταξύ το πηλήκιον και το μαστίγιόν του εις την κρεμάστραν.

Ο ιδιαίτερος τον παρεκάλεσε να περιμένη μέχρις ότου εξέλθη ενας άλλος επισκέπτης. Δεν εχρειάσθη άλλωστε, να περιμένη επί πολύ. Είδεν έξαφνα ο στρατηγός ανοιγομένην την θύραν του γραφείου του υπάτου αρμοστού, τον ίδιον τον Στεργιάδην να εκδιώκη πυξ-λαξ ένα πολίτην και να κλείνη κατόπιν την πόρταν. Ο Ιωάννου έμεινεν εμβρόντητος. Εσηκώθη όμως αμέσως, εφόρεσε το πηλήκιόν του, επήρε δε και το μαστίγιόν εις το χέρι.

—Αφήστε τα, στρατηγέ μου, είπεν ο ιδιαίτερος, θα σας αναγγείλω αμέσως.

Ο Ιωάννου εκτύπησε δυο – τρεις φοράς το μαστίγιον εις τις μπόττες του και απήντησε :

—Όχι, θα το πάρω, μπορεί να μου χρειασθή.

Μετά δυο-τρία λεπτά ο ιδιαίτερος εξήλθεν από το γραφείον του Στεργιάδη και είπε προς τον Ιωάννου :

—Ο κ. Ύπατος Αρμοστής σας περιμένει.

Να διεβίβασεν άραγε ο ιδιαίτερος τα λόγια του Ιωάννου ; Πιθανόν διότι ουδέ νύξιν του έκαμεν ο Στεργιάδης περί του σκοπού δια τον οποίον τον εκάλεσε, αλλ’ απλώς του εζήτησε πληροφορίας περί του στρατού και της καταστάσεως.

Άρθρα δημιουργήθηκαν 60

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σχετικά άρθρα

Ξεκινήστε να γράφετε τον όρο αναζήτηση επάνω και πατήστε enter για Αναζήτηση. Πατήστε ESC για ακύρωση.

Επιστροφή επάνω